
Μετά από τις αιτίες που σχετίζονται με την εγκυμοσύνη, τα σεξουαλικά μεταδιδόμενα νοσήματα είναι η 2η συχνότερη αιτία απώλειας υγιούς ζωής, όπως αυτή μετριέται με τους σύγχρονους κοινωνικοοικονομικούς δείκτες, στις γυναίκες. Τα σεξουαλικά μεταδιδόμενα νοσήματα, με εξαίρεση τον ιό HIV, ευθύνονταν για το 8,9% όλων των νόσων σε γυναίκες μεταξύ 15 και 45 ετών και για το 1,5% σε άνδρες ίδιας ηλικίας. Τον ίδιο χρόνο, άλλη μελέτη υπολόγισε ότι 18.600.000 DALY’s (Disability Adjusted Life - Years) χάθηκαν εξαιτίας λοιμώξεων από σύφιλη, γονόρροια και χλαμύδια δηλαδή το 1,5% του ετήσιου συνόλου των απωλειών παγκοσμίως που αφορά σε απώλειες DALY’s από τραυματισμούς και λοιμώδεις νόσους.
Πάντως, εάν κάποιος συμπεριλάβει στα σεξουαλικά μεταδιδόμενα νοσήματα και τον ιό HIV, τα σεξουαλικά μεταδιδόμενα νοσήματα γίνονται η κεντρική αιτία απώλειας «καλού επιπέδου ζωής», όπως αυτή μετριέται με κοινωνικοοικονομικούς δείκτες (DALY’s) σε πολλές χώρες. Το 1999, από μελέτες είχε υπολογισθεί ότι 340.000.000 περιστατικά των 4 ιάσιμων σεξουαλικά μεταδιδόμενων νοσημάτων (γονόρροια, σύφιλη, χλαμύδια, τριχομονάδα) συμβαίνουν ετησίως. Τα επίπεδα των λοιμώξεων δεν είναι κοινά παγκοσμίως και ποικίλλουν από μια ετήσια επίπτωση της τάξης του 2,2% στην Ανατολική Ασία και στον Ειρηνικό, σε 25,7% στην Υποσαχάρεια Αφρική, μεταξύ του πληθυσμού ηλικίας μεταξύ 15 και 49 ετών.
Επιπλέον, υπάρχουν τουλάχιστον 30 ακόμα άλλες βακτηριακές ιογενείς και παρασιτικές σεξουαλικές μεταδιδόμενες λοιμώξεις, που ανεβάζουν αυτά τα νούμερα σε πολύ σημαντικό βαθμό. Μερικές λοιμώξεις, όπως π.χ. η ερυθρά, είναι πολύ χαμηλής φυσικής θνητότητας, αλλά παρ’ όλα αυτά προκαλούν πολλά προβλήματα στο προσβεβλημένο άτομο. Αυτές κι άλλες περισσότερο σοβαρές λοιμώξεις, όπως η λοίμωξη με τον ιό HIV, τον ιό των ανθρώπινων κονδυλωμάτων (HPV), τον ιό του απλού έρπητα (HSV) και η σεξουαλικά μεταδιδόμενη ηπατίτιδα Β, είναι πολύ πιο συχνές στον πληθυσμού απ’ ότι τα 4 νοσήματα που περιγράψαμε παραπάνω. Παγκοσμίως, περίπου το 20% των γυναικών με ηλικία κάτω από τα 24 χρόνια έχουν λοίμωξη από τον ιό HPV και πάνω από το 25% του πληθυσμού πάνω από 40 ετών έχει μολυνθεί με τον ιό HSV-2. Με αντίστοιχους υπολογισμούς, ο ετήσιος αριθμός των σεξουαλικά μεταδιδόμενων νοσημάτων εύκολα υπερβαίνει το 1.000.000.000 (δηλ. συμβαίνει περισσότερο από μια λοίμωξη για κάθε 3 ενηλίκους μεταξύ 15 και 49 ετών), ενώ είναι βέβαιο ότι και με την εκτίμηση των δεδομένων σε αυτά το πλαίσιο υποεκτιμάμε το πρόβλημα.
Τα σεξουαλικά μεταδιδόμενα νοσήματα σε πολύ μεγάλο βαθμό αφορούν σε λοιμώξεις της νεαρής ηλικίας, μερικές φορές σαν αποτέλεσμα πίεσης ή άσκησης βίας, και τυπικά συμβαίνουν πριν οι νέοι αποκτήσουν την εμπειρία και την ικανότητα να προστατεύουν τον εαυτό τους. Στις βιομηχανικές χώρες, όπου το επίπεδο των σεξουαλικά μεταδιδόμενων νοσημάτων αρχίζει να ανεβαίνει αρκετά, πλησιάζοντας αυτό του αναπτυσσόμενου κόσμου σήμερα, παρουσιάζεται πολύ μικρότερο ποσοστό βακτηριακών και παρασιτικών σεξουαλικά μεταδιδόμενων νοσημάτων, αν και η σεξουαλική συμπεριφορά είναι παρόμοια με αυτή στον αναπτυσσόμενο κόσμο. Πάντως, τα επίπεδα των συχνά ασυμπτωματικών ιικών σεξουαλικά μεταδιδόμενων λοιμώξεων παραμένουν υψηλά στο γενικό πληθυσμό, π.χ. το 22% των Αμερικανών ενηλίκων έχουν έρπητα των γεννητικών οργάνων, και τα επίπεδα των βακτηριακών και παρασιτικών σεξουαλικά μεταδιδόμενων λοιμώξεων παραμένουν ψηλά σε ειδικές ομάδες του πληθυσμού, υπογραμμίζοντας την ανάγκη για μεγαλύτερη πρόοδο στην εφαρμογή προγραμμάτων πρόληψης τέτοιων νοσημάτων και στον ανεπτυγμένο κόσμο.
Η προσήλωση στην αύξηση και βελτίωση των παρεχομένων υπηρεσιών υγείας και της ποιότητάς τους και η υιοθέτηση προληπτικών μέτρων, τόσο για τις γυναίκες, όσο και για τους άντρες, θα μπορούσε να επιφέρει σημαντικά αποτελέσματα. Σε όλες τις χώρες, αυξανόμενες προσπάθειες ώστε να μπορούν να παρέχονται υπηρεσίες υγείας σε ασυμπτωματικές ή ελάχιστα συμπτωματικές γυναίκες -μειώνοντας έτσι τη μετάδοση αντίστοιχων λοιμώξεων- είναι σημαντικές για την επίτευξη ενός τέτοιου σκοπού.
Στην πραγματικότητα, έχουμε μόνο 2 μεθόδους και να μπορέσουμε να πετύχουμε τους παραπάνω σκοπούς: το μαζικό προσυμπτωματικό έλεγχο (screening) και την ενημέρωση του συντρόφου. Το πρώτο συμβαίνει σε πολύ μικρά επίπεδα στις αναπτυσσόμενες χώρες και το δεύτερο συμβαίνει σε πολύ μικρά επίπεδα παντού.
Δρ. Ιωάννης Πετρόπουλος
Ιατρός Γυναικολόγος