
Μετά από 7,5 χρόνια στη φυλακή – κολαστήριο του Γκουαντάναμο, ο Λακντάρ Μπουμεντιέν είναι ελεύθερος πια. Ωστόσο έχει μια καταγγελία να κάνει: «Τα βασανιστήρια στο Γκουαντάναμο συνεχίζονται και μετά την εκλογή του Μπαράκ Ομπάμα»
Ο 43χρονος Αλγερινός παρέμεινε στο Γκουαντάναμο για 7,5 χρόνια, ως ύποπτος για τρομοκρατία , χωρίς να του έχουν απαγγελθεί συγκεκριμένες κατηγορίες, και, φυσικά, χωρίς να έχει περάσει από δίκη. Κρατείτο γιατί, απλώς, θεωρήθηκε επικίνδυνος για τις ΗΠΑ μετά το τρομοκρατικό χτύπημα της 11ης Σεπτεμβρίου.
Τον Ιούνιο του 2008 το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ πήρε μια απόφαση προς χάριν του Μπουμεντιέν - αλλά και όλων των κρατουμένων - στην υπόθεση που ονομάστηκε «Μπουμεντιέν εναντίον Τζορτζ Μπους». Η εν λόγω απόφαση ακύρωνε τους ειδικούς νόμους που είχε περάσει η κυβέρνηση Μπους, και από τότε οι κρατούμενοι του Γκουαντάναμο, όπως και όλοι οι υπόλοιποι κρατούμενοι, έχουν το δικαίωμα να κάνουν αίτηση σε ομοσπονδιακό αμερικανικό δικαστήριο προκειμένου να εξετασθούν οι όροι κράτησής τους.
Σήμερα, ο Μπουμεντιέν είναι πλέον ελεύθερος, αλλά ισχυρίζεται ότι τα βασανιστήρια συνεχίζονται στο Γκουαντάναμο - παρά τη ρητή απαγόρευσή τους από τον νέο Αμερικανό πρόεδρο Μπαράκ Ομπάμα - κι ότι οποιαδήποτε επίσημη πηγή υποστηρίζει το αντίθετο είναι αναληθής.
Ο Μπουμεντιέν συνελήφθη από την βοσνιακή αστυνομία στις 21 Οκτώβρίου του 2001 στο Σαράγιεβο, όπου διέμενε μαζί με την οικογένειά του, καθώς η CIA υποπτευόταν την εμπλοκή του σε τρομοκρατική ομάδα που δήθεν ετοίμαζε τρομοκρατικό χτύπημα στην αμερικανική πρεσβεία της πόλης. Ελλείψει ενοχοποιητικών στοιχείων, η βοσνιακή αστυνομία τον παρέδωσε στον αμερικανικό στρατό, ο οποίος με την σειρά του τον μετέφερε στο Γκουαντάναμο.
Από την στιγμή της άφιξής του και για 16 συνεχόμενες ημέρες, ο Μπουμεντιέν βασανιζόταν από τους Αμερικανούς στρατιώτες, οι οποίοι τον κρατούσαν ξύπνιο μέρα-νύχτα και τον υποχρέωσαν να περπατήσει πάνω σε αιχμηρές πέτρες ξυπόλητος, και μάλιστα με τα πόδια του δεμένα, όπως δηλώνει χαρακτηριστικά ο ίδιος.
Τον Ιούνιο του 2004 οι γνωστοί και ιδιαίτερα επιτυχημένοι δικηγόροι Ρόμπερτ Κιρς και Στήβεν Όλεσκι, μαζί με μια ομάδα 30 ειδικών, ανέλαβαν την υπόθεση του Μπουμεντιέν και άλλων 5 Αλγερινών δωρεάν - ενώ, υπό κανονικές συνθήκες, κάτι τέτοιο θα κόστιζε 12 εκατομμύρια ευρώ.
Δύο χρόνια αργότερα, ο Μπουμεντιέν ξεκίνησε απεργία πείνας, αλλά οι στρατιώτες τον τάισαν με τη βία και, όπως όλους όσους έκαναν το ίδιο, τον τιμώρησαν.
Ακολούθησε η προαναφερθείσα ευνοϊκή απόφαση του δικαστηρίου κι έτσι, πλέον, οι έξι Αλγερινοί θεωρούνταν «ελεύθεροι κρατούμενοι».
Ο Ομπάμα εξελέγη όταν ο Μπουμεντιέν ήταν ακόμη στο Γκουαντάναμο. Ο φάκελος κάθε κρατουμένου έπρεπε να επανεξεταστεί -μια χρονοβόρα διαδικασία- και επιπλέον, καμία χώρα δεν είχε βρεθεί πρόθυμη να δεχθεί τον Μπουμεντιέν και την οικογένειά του – αν και ο ίδιος ήθελε να πάει στη Γαλλία. Πιστεύοντας ότι πάλι τίποτα δεν έχει αλλάξει, ο Μπουμεντιέν τότε ξεκίνησε ξανά απεργία πείνας. Για μια ακόμη φορά, υποχρεώθηκε να φάει με την βία. Σύμφωνα με την μαρτυρία του, η νοσοκόμα που ανέλαβε να πραγματοποιήσει την επίπονη αυτή διαδικασία, καθυστερούσε επίτηδες και τελικά της πήρε 15 λεπτά για να την ολοκληρώσει.
Στις αρχές Φεβρουαρίου μια αντιπροσωπεία από το Πεντάγωνο έκανε επιθεώρηση στην φυλακή. Την περίοδο αυτή, ο Μπουμεντιέν ήταν στην απομόνωση για 10 μέρες, σε ένα κελί με 10 βαθμούς Κελσίου. «Τις πρώτες μέρες δεν είχε τρεχούμενο νερό και κοιμόταν σε ένα στρώμα λεπτότερο του ενός εκατοστού, το οποίο ήταν βρόμικο και μύριζε φαγητό, εμετό και κόπρανα», δηλώνει ο δικηγόρος του Μπουμεντιέν, Κιρς. Κι όλα αυτά, μετά την απόφαση του δικαστηρίου που όριζε τον Μπουμεντιέν «ελεύθερο».
Παρόλ’αυτά, το υπουργείο Άμυνας των ΗΠΑ αρνείται όλες τις κατηγορίες, τις οποίες χαρακτηρίζει ως αβάσιμες, ενώ, παράλληλα, τονίζει ότι έχει γίνει επιθεώρηση στο Γκουαντάναμο. Ο Μπουμεντιέν σήμερα μένει μαζί με την οικογένειά του σε ένα διαμέρισμα που τους παρέχε η γαλλική κυβέρνηση στη Νίκαια της Γαλλίας.
Ο Μπουμεντιέν ωστόσο, δεν είναι ο μόνος που ισχυρίζεται ότι τα βασανιστήρια συνεχίζονται στο Γκουαντάναμο. Πολλοί είναι εκείνοι που έχουν να διηγηθούν παρόμοιες ιστορίες κακοποίησης τόσο πριν όσο και κατά την διάρκεια της προεδρίας του Μπαράκ Ομπάμα.