
Οι ορεινοί όγκοι καλύπτουν περίπου το 1/2 της επιφάνειας της Ελλάδας. Εκεί βρίσκεται το 64% των δασών της χώρας αλλά και το σύνολο σχεδόν των πηγών των ποταμών της χώρας μας. Ο ΑΡΚΤΟΥΡΟΣ συμβάλλει και στη διαχείριση ορεινών περιοχών της χώρας μας και υλοποιεί προγράμματα διατήρησης του φυσικού περιβάλλοντος των πιο αντιπροσωπευτικών ορεινών περιοχών της Ελλάδας, της Πίνδου, του Γράμμου, της Ροδόπης του Βέρνου, του Βαρνούντα και του Βόρα συμμετέχοντας στη συνετή διαχείριση τους. Οι παραπάνω ορεινές περιοχές χαρακτηρίζονται από υψηλή βιοποικιλότητα, σπάνια είδη χλωρίδας και πανίδας, εκτεταμένα ώριμα παραγωγικά δάση, εντυπωσιακούς βραχώδεις σχηματισμούς, λίμνες, ποτάμια και ήπια ανθρώπινη παρουσία. Για τους λόγους αυτούς ολόκληρες οι περιοχές ή σημαντικά τμήματα τους υπάγονται σε ειδικά καθεστώτα διαχείρισης και προστασίας. Ιδιαίτερα για τις περιοχές της Πίνδου, του Γράμμου και της Ροδόπης, ο ΑΡΚΤΟΥΡΟΣ δραστηριοποιείται για την εφαρμογή των διαχειριστικών μέτρων που προτάθηκαν μετά την εκπόνηση Ειδικών Περιβαλλοντικών Μελετών καθώς και για την υποστήριξη της εφαρμογής της Ευρωπαϊκών Οδηγιών. Τα ελληνικά ορεινά οικοσυστήματα είναι από τα πλουσιότερα της Ευρώπης σε χλωρίδα αλλά και σε σπάνια πανίδα. Η ποιότητα του νερού, του αέρα και του εδάφους της χώρας μας εξαρτάται άμεσα από την ύπαρξη και την αδιατάρακτη λειτουργία των ορεινών μας οικοσυστημάτων.
ΠΙΝΔΟΣ
Η οροσειρά της Πίνδου είναι η μεγαλύτερη της ελληνικής χερσονήσου (250 χλμ. μήκος και 70 χλμ. πλάτος) και τροφοδοτεί με νερό τα δύο τρίτα (2/3) του ελληνικού πληθυσμού. Ένα σημαντικό μέρος της οροσειράς της Πίνδου, για τη σπάνια αισθητική και οικολογική του αξία, προστατεύεται με την ίδρυση δύο εθνικών δρυμών: του Βίκου-Αώου στην Ήπειρο και της Βάλια Κάλντα στη Δυτική Μακεδονία. Παράλληλα 6 περιοχές εντάσσονται στο δίκτυο NATURA 2000. Προκειμένου να εξασφαλιστεί η συνολική διαχείριση της περιοχής σύντομα θα ιδρυθεί το Εθνικό Πάρκο Βόρειας Πίνδου. Στην περιοχή κυριαρχούν βραχώδεις ορθοπλαγιές, ψηλές και εντυπωσιακές κορυφές, μόνιμοι και γρήγοροι χείμαρροι, πολλές πηγές και ορεινές λίμνες. Η εμφάνιση ενός χαρακτηριστικού πετρώματος, του σερπεντίνη καθώς και η παρουσία πολών επιφανειακών νερών ευνοούν την ανάπτυξη πολλών ενδημικών και σπάνιων ειδών χλωρίδας. Ακόμη έχουν καταγραφεί 1700 είδη και υποείδη φυτών και 200 περίπου είδη σπονδυλοζώων, ανάμεσά τους και σπάνια όπως η αρκούδα, ο λύκος, το αγριόγιδο, το ζαρκάδι, ο αγριόγατος, η βίδρα, ο αλπικός τρίτωνας, η μικρή οχιά αλλά και πολλά είδη της ορνιθοπανίδας, όπως ο χρυσαετός, ο γυπαετός, ο μπούφος κ.ά.
ΓΡΑΜΜΟΣ
Ο Γράμμος συμπεριλαμβάνεται στις σημαντικότερες φυσικές περιοχές στην Ελλάδα λόγω της μεγάλης οικολογικής και αισθητικής του αξίας. Αποτελεί ένα ορεινό συγκρότημα στη βόρεια απόληξη της οροσειράς της Πίνδου στα σύνορα Ηπείρου-Δ. Μακεδονίας-Αλβανίας και είναι το τρίτο σε ύψος βουνό της χώρας μας με υψόμετρο 2520 μ. Από τον Γράμμο πηγάζουν οι ποταμοί Αλιάκμονας και Σαραντάπορος. Στην περιοχή κυριαρχούν βραχώδεις ορθοπλαγιές, ψηλές και εντυπωσιακές κορυφές, μόνιμοι και ορμητικοί χείμαρροι, πολλές πηγές και ορεινές λίμνες. Σε υψόμετρο 2350 μ., ψηλότερα από κάθε άλλη στην Ελλάδα, βρίσκεται η αλπική λίμνη του Γράμμου. Η εμφάνιση ενός χαρακτηριστικού πετρώματος, του σερπεντίνη καθώς και η παρουσία πολλών επιφανειακών νερών ευνοούν την ανάπτυξη πολλών ενδημικών και σπάνιων ειδών χλωρίδας. Ο συνδυασμός της ποικιλομορφίας του ανάγλυφου, των ιδιαίτερων γεωλογικών σχηματισμών που αποκαλύπτονται σε διάφορα σημεία, των περιορισμένων σχετικά ανθρώπινων δραστηριοτήτων, κυρίως στα ορεινά, και της δράσης των ποταμών του στην πεδινή περιοχή, καθιστούν το ορεινό συγκρότημα του Γράμμου ιδανικό βιότοπο για τη διαβίωση σημαντικών αλλά και σπάνιων ειδών της πανίδας όπως είναι η αρκούδα, ο λύκος, το αγριόγιδο, η βίδρα, ο αλπικός τρίτωνας και της ορνιθοπανίδας όπως ο χρυσαετός, ο ασπροπάρης κ.ά. Η αναγνώριση της οικολογικής αξίας του Γράμμου και της αναγκαιότητας διατήρησης και αειφορικής διαχείρισής του, οδήγησε στην ένταξη της περιοχής στο δίκτυο των Σημαντικών Περιοχών για τα Πουλιά και στο δίκτυο Natura 2000. Η περιοχή αναγνωρίστηκε από το Εθνικό Σχέδιο Δράσης για την αρκούδα ως μία από τις σημαντικότερες περιοχές για το είδος.
ΡΟΔΟΠΗ
Η Ροδόπη αποτελεί ένα από τα πιο ενδιαφέροντα, από οικολογική άποψη, ορεινά συμπλέγματα της Ελλάδας. Χαρακτηριστικό είναι ότι σε μια μικρή σχετικά έκταση συναντά κανείς όλες τις ζώνες βλάστησης της Ευρώπης. Το γεγονός ότι η περιοχή της Ροδόπης δεν «πάγωσε» κατά την περίοδο των παγετώνων (Πλειστόκαινο), την καθιστά ένα βοτανικό παράδεισο ποικιλότητας ειδών. Σχεδόν το 60% των ειδών της χλωρίδας της Ευρώπης απαντάται στη Ροδόπη που αποτελεί καταφύγιο για 211 σπάνια ή απειλούμενα είδη. Δεκαπέντε από αυτά είναι απομεινάρια της εποχής των παγετώνων και 50 ενδημικά της Ροδόπης. Μεγάλη είναι η ποικιλότητα και για τα είδη της πανίδας που διαβιούν στην περιοχή, ενώ ανάμεσά τους συναντιέται και πολλά σπάνια είδη, όπως η αρκούδα, το ελάφι, το αγριόγιδο, ο αγριόκουρκος, ο αγριόγατος κ.ά. Η Ροδόπη, στο μεγαλύτερο μέρος της, καλύπτεται από δασικές εκτάσεις και οι κατάφυτοι ορεινοί όγκοι διαδέχονται ο ένας τον άλλο σε μια έκταση 2400 τετρ. χλμ. Εδώ συγκεντρώνεται η πλουσιότερη δασική χλωρίδα της χώρας μας, σημύδες, αιωνόβιες οξιές και ερυθρελάτες, βελανιδιές, σφενδάμια, δασική πεύκη, μαυρόπευκα σχηματίζουν αμιγείς ή μικτές συστάδες. Οι χρήσεις γης στην περιοχή της Ροδόπης έχουν ως κύριο αντικείμενο τις λειτουργίες των δασών και τους φυσικούς πόρους που αυτά περικλείουν. Εδώ αναπτύσσονται τα παραγωγικότερα δάση της χώρας, καλύπτοντας πάνω από το 25% της εγχώριας παραγωγής σε τεχνική ξυλεία. Έξι περιοχές της Ροδόπης εντάσσονται στο δίκτυο Natura 2000 με:
1. Το δάσος σημύδας της Ροδόπης που είναι και το νοτιότερο σημείο εξάπλωσης του είδους.
2. Το παρθένο δάσος Κεντρικής Ροδόπης, που αποτελεί ένα αδιατάρακτο οικοσύστημα.
3. Το δάσος Φρακτού, που αποτελεί ένα αδιατάρακτο οικοσύστημα.
4. Την περιοχή Ελατιά, που είναι το νοτιότερο σημείο εξάπλωσης της δασικής πεύκης και της ερυθρελάτης.
5. Τις κορυφές του όρους Φαλακρό, όπου παρουσιάζεται μεγάλη συγκέντρωση ενδημικών και σπάνιων φυτών.
6. Την περιοχή Χαϊντού-Κούλα και τις γύρω κορυφές όπου υπάρχουν εμφανίζονται σπάνια πετρώματα και ιδιαίτεροι γεωλογικοί σχηματισμοί καθώς και το ενδημικό είδος της Βαλκανικής πεύκης που δεν απαντάται πουθενά αλλού. Η περιοχή ανακηρύχθηκε Μνημείο της Φύσης.
ΒΕΡΝΟ
Το Βέρνο (ή Βίτσι) αποτελεί κατά κάποιο τρόπο συνέχεια του Βαρνούντα και φυσικό σύνορο των νομών Φλώρινας και Καστοριάς. Νότια καταλήγει σε δύο κλάδους, ο ένας συνεχίζει το διαχωρισμό των δύο νομών μέχρι τον αυχένα της Κλεισούρας, ενώ ο δεύτερος κατευθύνεται νοτιοανατολικά, με χαμηλές παρυφές, όπως το Ραδόσι, που σχηματίζουν τη διάβαση του Κλειδιού, σημείο όπου καταλήγουν και οι νοτιοδυτικές απολήξεις του Βόρα. Ψηλότερη κορυφή του είναι το Βίτσι, με ύψος 2128 μέτρα. Η ονομασία Βίτσι συχνά αναφέρεται όχι μόνο για την κορυφή, αλλά για όλο τον ορεινό όγκο, κάτι που συμβαίνει και στην περίπτωση του Βαρνούντα με το Περιστέρι. Στο Βέρνο, λοιπόν, στις δασωμένες με πυκνά δάση οξιάς βόρειες πλαγιές του στον Πολυπόταμο, στη Δροσοπηγή, στην Υδρούσα, στο Φλάμπουρο συναντά κανείς τις γεννήτορες πηγές του Εριγώνα ποταμού. Το νότιο Βέρνο τροφοδοτεί τις λίμνες του Αμυνταίου, ενώ οι δυτικές πλαγιές του ανήκουν στην λεκάνη απορροής της λίμνης της Καστοριάς. Από τους πρόποδες του βουνού μέχρι και τα 1000 μέτρα κυριαρχούν οι διαπλάσεις δρυός, ενώ από το σημείο αυτό και μέχρι τα ανώτερα δασοόρια με τα αλπικά λιβάδια, κυριαρχεί η οξιά με πολύ πυκνά και αδιαπέραστα δάση. Σε μεγαλύτερο υψόμετρο εμφανίζονται περισσότερες από 40 σημαντικές φυτικές ομάδες αλλά και πλούσια πανίδα.
ΒΑΡΝΟΥΝΤΑΣ
Ο Βαρνούντας (ή Περιστέρι) αποτελεί το φυσικό όριο μεταξύ της λεκάνης της Φλώρινας και των Πρεσπών και εκτείνεται από την περιοχή της πόλης της Φλώρινας, βόρεια μέχρι και πέρα από τα σύνορα με την Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας. Δυτικά τροφοδοτεί το χείμαρρο του Αγίου Γερμανού, ο οποίος εκβάλλει στις Πρέσπες. Nοτιοδυτικά φιλοξενεί τις πηγές του Λαδοπόταμου, ο οποίος ξεκινά από τις ρεματιές της περιοχής Πισοδερίου και διασχίζοντας τα Κορέστια σχηματίζει έναν από τους σημαντικότερους παραποτάμους του Αλιάκμονα. Νότια τροφοδοτεί τις πηγές του ποταμού της πόλης της Φλώρινας, του Σακουλέβα, ο οποίος κατά κάποιο τρόπο αποτελεί και ένα σημείο οριοθέτησης με τις βόρειες πλαγιές του Βέρνου. Ένα ακόμα πραγματικά οριακό σημείο μεταξύ των δύο ορεινών όγκων είναι η Βίγλα, όπου υπάρχουν οι εγκαταστάσεις του ομώνυμου χιονοδρομικού κέντρου. Στις ανατολικές πλαγιές πηγάζει ο χείμαρρος του Ακρίτα, ο οποίος ενώνεται χαμηλότερα με τον Εριγώνα ποταμό. Η κορυφή του, το Περιστέρι, αγγίζει τα 2.334 μέτρα. Χαρακτηρίζεται από διάφορους τύπους ενδιαιτημάτων με πάρα πολλά σπάνια και σημαντικά είδη χλωρίδας, από τις χαμηλές περιοχές με δάση βελανιδιάς μέχρι την ανωδασική ζώνη με τα υποαλπικά και αλπικά λιβάδια. Στις ανατολικές πλαγιές υπάρχουν πυκνά δάση οξιάς και καστανιάς σε ορισμένα σημεία, ενώ δυτικά στις πλαγιές της περιοχής Πρεσπών η ελάτη δημιουργεί μεικτά δάση με την Οξιά. Η σημύδα (Betula pendula), φυλλοβόλο δένδρο κοινό στις βορειότερες χώρες, εδώ εμφανίζει αμυδρά ένα από τα λίγα σημεία της νοτιότερης εξάπλωσής της (βόρεια Ελλάδα). O Βαρνούντας πραγματικά αποτελεί ένα από τα τελευταία καταφύγια της άγριας ζωής στην Ελλάδα. Μάλιστα, εκτός από τους τυπικούς αντιπροσώπους της πανίδας του, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η παρουσία του αγριόγιδου (Rupricapra rupicapra), αλλά και η νοτιότερη παρουσία στην Ευρώπη δύο ειδών ερπετών, του αστρίτη (Vipera berus) ή οχιάς των βουνών και της αμμόσαυρας (Lacerta agilis).
ΒΟΡΑΣ
Ο Βόρας είναι το τρίτο ψηλότερο βουνό της Ελλάδας, μετά τον Όλυμπο και το Σμόλικα, με την κορυφή του το Καϊμακτσαλάν να φθάνει τα 2524 μέτρα. Αποτελεί το φυσικό σύνορο των νομών Φλώρινας και Πέλλας, ενώ οι χαμηλές νοτιοδυτικές του πλαγιές, όπως έχει αναφερθεί, διαχωρίζουν τη λεκάνη της Φλώρινας από αυτή του Αμυνταίου. Αν και η πρώτη εικόνα του βουνού από την πλευρά της Φλώρινας δείχνει ένα ξερό και άγονο όγκο, αντίθετα, το σύνολο του βουνού παρουσιάζει μεγάλη ποικιλία οικοτόπων, με εκτεταμένες περιοχές από συνεχόμενα μικτά δάση (βελανιδιές, οξιές, καστανιές, έλατα, πεύκα), βαθιές κοιλάδες, χαράδρες και βοσκοτόπους. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την παρουσία πολλών σημαντικών ειδών χλωρίδας, με πάνω από 150 ομάδες φυτών, και πανίδας. Χαρακτηριστικό της περιοχής είναι τα απομεινάρια δάσους του πεύκου (Pinus peuce), όπως και της βελανιδιάς (Quercus trojana). Η βελανιδιά αυτή, μάλιστα, βρίσκεται κυρίως στις δυτικές πλαγιές του νομού Φλώρινας, όπου σχηματίζει πιο εκτεταμένα δάση. Σημαντικά είδη που δεν απαντώνται στους άλλους δύο ορεινούς όγκους του νομού είναι η χερσαία χελώνα (Testudo graeca) και αρκετά είδη πουλιών από τα τουλάχιστον 130 που έχουν παρατηρηθεί, όπως ο βασιλαετός (Aquila heliaca), o γυπαετός (Gypaetus barbatus) και ο χιονόστρουθος (Montifringilla nivalis). Ιδιαίτερη σημασία έχει η περιοχή για τα αρπακτικά, όπου φωλιάζουν 13 από 23 είδη που έχουν παρατηρηθεί, αλλά και για τους δρυοκολάπτες που αντιπροσωπεύονται εδώ με 9 είδη.