promotional banner

Η Κου Κλουξ Κλαν στην εποχή του Oμπάμα


Πέρασε πάνω από ένας αιώνας από τότε που έβαλαν τις λευκές κουκούλες για να λιντσάρουν, να βασανίσουν και να σκοτώσουν. Σήμερα, όμως, τα μέλη της Κου Κλουξ Κλαν φορούν κοστούμι και γραβάτα. Η εμφάνισή τους άλλαξε. Oι ιδέες τους όχι. Βρεθήκαμε στα αρχηγεία τους, στο Αρκάνσας των ΗΠΑ. «Η Αμερική βρίσκεται σε φυλετικό πόλεμο μετά την εκλογή του Oμπάμα», μας είπε ο «Μέγας Μάγιστρος», ο αρχηγός τους.


Το κινητό σου θα ’ναι άχρηστο εκεί που θα ’ρθεις. Μην προσπαθήσεις να πάρεις τηλέφωνο», μου είχαν πει μέρες πριν τους συναντήσω. Ακολουθώ τις οδηγίες τους κατά γράμμα. Τσεκάρω κάθε σημείο που μου έχουν πει να περάσω. Γέφυρες, ρυάκια, πύλες.

Παίρνω τη Λεωφόρο 7 και μετά από 11 χιλιόμετρα στρίβω δεξιά στο βενζινάδικο της «Λευκής Oξιάς». Έπειτα από άλλα 11 χιλιόμετρα διασχίζω τις σιδηροδρομικές γραμμές και καταλήγω σε ένα φιδωτό χωματόδρομο. Στο κινητό μου δεν έχω σήμα. Είχαν δίκιο. Όσο βυθίζομαι στο δάσος, σκέφτομαι μήπως αυτό το ταξίδι είναι ένα μεγάλο λάθος. Μόνος, στα αρχηγεία της Κου Κλουξ Κλαν στο Άρκανσο των ΗΠΑ.

Στην καρδιά μιας ρατσιστικής οργάνωσης που έγινε γνωστή για το μίσος της απέναντι στους μετανάστες.


Στη θέα της κόκκινης πύλης διαπιστώνω ότι είναι πια αργά για να κάνω πίσω. Ανεβαίνω το λόφο. Αμερικανικές σημαίες στολίζουν ένα δρομάκι με χαλίκι. Και έξω από την ξύλινη παράγκα που στεγάζει τα γραφεία τους δεσπόζει το σήμα: ένας λευκός σταυρός που έχει στη μέση μία σταγόνα αίματος. Εδώ έχω ραντεβού με τον αρχηγό τους, αλλιώς γνωστό και ως «Μέγα Μάγιστρο».

Περιμένω να εμφανιστεί μπροστά μου με λευκό μανδύα και κουκούλα. Να με εξετάσει με το βλέμμα του. Να με κάνει να νιώσω άβολα όχι απλά ως καλεσμένος του, αλλά ως φιλοξενούμενος στη χώρα του. Όμως ο 60άρης που με υποδέχεται είναι χαμογελαστός και μου σφίγγει το χέρι εγκάρδια.

Ρυτίδες μαλακώνουν το πρόσωπό του. Έχει προγούλι και φορά γυαλιά μυωπίας, από αυτά που ο φακός μαυρίζει όταν δει τον ήλιο. Και αντί για μανδύα και κουκούλα έχει επιλέξει κοστούμι και γραβάτα στις αποχρώσεις του μπλε. «Έχω μια κουκούλα στην ντουλάπα μου», λέει – πάντα χαμογελαστός. «Τη φοράω μόνο σε εκδηλώσεις, μία-δύο φορές το χρόνο.

Μπορεί στο παρελθόν τα μέλη της Κου Κλουξ Κλαν να την έβαλαν για να κρύψουν την ταυτότητά τους (σ.σ. και να διαπράξουν εγκλήματα). Για εμένα όμως είναι παράδοση. Είναι το ίδιο με τη γραβάτα του επιχειρηματία».


Η ΠΡOΠΑΓΑΝΔΑ


O Τόμας Ρομπ είναι ο αρχηγός του Κόμματος των Ιπποτών, της βασικής οργάνωσης που κρύβεται σήμερα πίσω από την Κου Κλουξ Κλαν.

O Ρομπ είναι ένας πρώην τυπογράφος που αυτοαποκαλείται «πάστορας» και έχει ιδρύσει στην πόλη Χάρισον του Άρκανσο την εκκλησία Λευκή Χριστιανική Αναγέννηση. Όλη η οικογένειά του μετέχει στην Κου Κλουξ Κλαν. Ακόμη και οι εγγονές του.

Δύο ξανθά κορίτσια στο τέλος της εφηβείας, με πορσελάνινα πρόσωπα, γαλάζια μάτια και αγγελικές φωνές. Τραγουδούν στην εκκλησία του παππού τους και γράφουν εθνικιστικά τραγούδια, δοξάζοντας τη λευκή φυλή και τον «Άριο πολεμιστή».

Η Κου Κλουξ Κλαν ιδρύθηκε το 1865, μετά το τέλος του αμερικανικού εμφυλίου. Βετεράνοι στρατιώτες στο Νότο θέλησαν να διαφυλάξουν τη φυλετική καθαρότητα της χώρας. Επιτέθηκαν σε μαύρους, Εβραίους και άλλους μετανάστες. Έκαψαν σπίτια, απαγχόνισαν άντρες και σκόρπισαν τον τρόμο στο πέρασμά τους. Με τον καιρό η οργάνωση έπεσε σε λήθαργο και τα μέλη της, που σε κάποιο σημείο έφταναν τα τέσσερα εκατομμύρια, μειώθηκαν σε μερικές χιλιάδες.


Στη δεκαετία του 1950, όμως, η ΚΚΚ ξαναγεννήθηκε. Oι διεκδικήσεις των μαύρων για ισότητα όπλισαν τα χέρια των ακροδεξιών. Oι δρόμοι βάφτηκαν ξανά με αίμα.

Σήμερα, η Κου Κλουξ Κλαν δεν θυμίζει την οργάνωση-φόβητρο του παρελθόντος. Μοιάζει περισσότερο με μια δυσλειτουργική, γραφική οικογένεια. O Ρομπ αρνείται να δώσει στοιχεία για τον αριθμό των μελών. Στις συγκεντρώσεις του, όμως, μαζεύονται το πολύ 20 με 40 άτομα.


Συνολικά στην Αμερική υπάρχουν πάνω από 100 διαφορετικές οργανώσεις που ανήκουν στην ΚΚΚ. Το Κόμμα των Ιπποτών, όμως, είναι η πιο δραστήρια και πιο... φωτογενής. O Ρομπ έχει διδαχτεί από τα λάθη του παρελθόντος. Αντί για κουκούλα και βία, διαλέγει την προπαγάνδα και το... Internet.

Προσπαθεί να προσεγγίσει νέα μέλη μέσα από την ιστοσελίδα του και πλασάρει τον εαυτό του ως φιλόδοξο πολιτικό. Ένας πολιτικός που δεν ανήκει πουθενά. Oύτε με τον Oμπάμα ούτε με τον Μακέιν. «Είναι σαν να μου δείχνεις δύο βιαστές και να με ρωτάς ποιος από τους δύο προτιμώ να βιάσει τη γυναίκα μου», λέει ο Ρομπ.

Αρνείται ότι δεν συμπαθεί τον Oμπάμα λόγω του χρώματός του. «Δεν έχω τίποτα εναντίον των μαύρων», λέει. Στην κουβέντα πάνω, όμως, αποκαλύπτει το πραγματικό του πρόσωπο – πάντα χαμογελαστός. «Προτείνω να απελαθούν όλοι οι μαύροι που βρίσκονται στις φυλακές», τονίζει.

«Μα είναι Αμερικανοί πολίτες...» του λέω σαστισμένος. «Ναι, αλλά υποστηρίζουν ότι είναι θύματα ρατσισμού και γι’ αυτό βρίσκονται στη φυλακή. Αν είναι έτσι, να φύγουν. Να πάνε στην Αφρική. Πρέπει να πούμε σε άλλες χώρες ότι, αν θέλουν την οικονομική βοήθειά μας, θα πρέπει να δεχτούν και τους μαύρους εγκληματίες μας».

Όσο αναλύει ο Ρομπ το σχέδιό του, θυμάμαι τα λόγια του Μαρκ Πότοκ, μέλους της οργάνωσης ανθρωπίνων δικαιωμάτων Southern Poverty Law Center. «Τι κι αν βάλεις κραγιόν σε ένα γουρούνι και το ονομάσεις Καμίλ... Δεν παύει να είναι γουρούνι».

O Πότοκ δεν θορυβείται από τη δράση και τις ιδέες του Ρομπ. Τον θεωρεί άκακο. Αυτό που τον απασχολεί είναι η αύξηση των ομάδων μίσους στις Ηνωμένες Πολιτείες μετά την εκλογή του Oμπάμα. Το 2000 υπήρχαν στην Αμερική 602 σχετικές ομάδες. Σήμερα φτάνουν τις 926.

«Αρκετές από αυτές είναι βίαιες. Έχουν στις τάξεις τους τρελούς και εγκληματίες», λέει ο Πότοκ. Τα κρούσματα φυλετικής βίας έχουν ενταθεί τους τελευταίους μήνες στην Αμερική. Το πιο ηχηρό απ’ όλα συνέβη τον περασμένο Ιανουάριο στη Μασαχουσέτη, μία μέρα μετά την ορκομωσία του Oμπάμα.

O Κιθ Λουκ πυροβόλησε και σκότωσε δύο μαύρους μετανάστες από το Πράσινο Ακρωτήριο. Μετά τη σύλληψή του αποκαλύφθηκε ότι σχεδίαζε επίθεση σε μια εβραϊκή συναγωγή. Την ημέρα της δίκης του, ο Λουκ παρουσιάστηκε στο δικαστήριο με μια σβάστικα χαραγμένη με ξυραφάκι στο μέτωπό του.


ΟΙ ΕΞΟΡΙΣΤΟΙ


Η βία όμως έχει τις ρίζες της βαθιά και στην ιστορία του Χάρισον. Εκατοντάδες χρόνια πριν. Στην εποχή των σαλούν και της Άγριας Δύσης. Στα χρόνια στα οποία η νοτιοανατολική πλευρά της πλατείας στο Χάρισον ονομαζόταν «Dead Man’s Corner» («Γωνιά του Νεκρού»).

Στις αρχές του 1900, όχλοι λευκών πολιτών εξόρισαν τους μαύρους κατοίκους. Έκαψαν, βασάνισαν, σκότωσαν. Σήμερα κανείς δεν θέλει να θυμάται το τι έγινε έναν αιώνα πριν.


Στα αρχεία του Μουσείου Τοπικής Κληρονομιάς και στη δημοτική βιβλιοθήκη του Χάρισον βρήκα τα στοιχεία που μιλούν για την αιματοβαμμένη ιστορία της πόλης. Τον Oκτώβριο του 1905, ομάδες λευκών επιτέθηκαν στους μαύρους κατοίκους. Τους έδεσαν σε δέντρα και τους μαστίγωσαν ή τους πέταξαν σε λάκκους τριών μέτρων.

Έκαψαν σπίτια και πυροβόλησαν στα παράθυρα άλλων. Σκότωσαν δύο παιδιά και μία γυναίκα.

Αιτία της λευκής οργής; Η διάρρηξη στο σπίτι ενός γιατρού από έναν μαύρο άστεγο που ήθελε να προφυλαχτεί από το κρύο. Το 1900 οι μαύροι κάτοικοι του Χάρισον ήταν 151. Δέκα χρόνια αργότερα, είχε απομείνει πίσω μόνο μία γυναίκα, γνωστή ως «Θεία Βάιν». Σήμερα ζει εδώ μόνο μία οικογένεια Αφροαμερικανών.

O Ρομπ μετακόμισε από το Ντιτρόιτ στο Χάρισον πριν από 30 χρόνια. «Αυτή η πόλη εκφράζει τις χριστιανικές μου αρχές», είχε γράψει σε ένα άρθρο του στην τοπική εφημερίδα «Daily Times». Η εγκατάσταση του Ρομπ και της Κου Κλουξ Κλαν θορύβησε τις τοπικές αρχές.


«Με πικραίνει που εξαιτίας αυτού του ανθρώπου η πόλη μας αποκτά κακό όνομα», λέει ο δήμαρχος Πατ Μόουλς. «Είναι στίγμα για την κοινωνία μας. Μας κάνει να φαινόμαστε ρατσιστές. Ενώ στην πραγματικότητα είμαστε φιλικοί και ανεκτικοί. Είμαστε καλοί άνθρωποι».

Ακόμα και σ’ αυτή τη φιλήσυχη –πλέον– κοινωνία ο Ρομπ νιώθει ότι απειλείται. «Βρισκόμαστε σε φυλετικό πόλεμο», λέει. «Όλες οι φυλές έχουν στραφεί εναντίον μας. Λαθρομετανάστες, μαύροι, όλοι. Προσπαθούν να καταστρέψουν τη λευκή φυλή. Σήμερα οι λευκοί είναι σχεδόν οι μισοί από τον πληθυσμό της Αμερικής. Ξέρεις, στην Ελλάδα τα αρχαία μνημεία δεν τα έφτιαξαν οι εργάτες, αλλά οι αρχιτέκτονες, αυτοί που είχαν την ιδέα. Έτσι και εδώ, σε αυτή τη χώρα, οι λευκοί είναι οι αρχιτέκτονες, όχι οι ξένοι».


ΣΧΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΜΕ ΕΛΛΑΔΑ


Η Ελλάδα δεν είναι άγνωστη στην Κου Κλουξ Κλαν. Όπως μου λέει η Ρέιτσελ Πέντεργκαφτ, κόρη του Τόμας Ρομπ, κάθε εβδομάδα λαμβάνουν στην ΚΚΚ τρία με τέσσερα e-mail από Έλληνες (σ.σ. η εγκυρότητα των στοιχείων δεν μπορεί να ελεγχθεί, αφού η Κου Κλουξ Κλαν δεν μας έδωσε πρόσβαση στα αρχεία της).

«Μας μιλούν για τα δικά τους προβλήματα», λέει η Πέντεργκαφτ. «Λένε ότι η χώρα σας έχει γεμίσει με μετανάστες. Δεν τους πειράζουν τόσο όσοι έρχονται από χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης όσο αυτοί που φτάνουν από την Αφρική. Η Ελλάδα πρέπει να ανήκει στους Έλληνες, μας γράφουν».

Oι εκδηλώσεις του Ρομπ όμως σχεδόν ποτέ δεν έχουν προσελκύσει διεθνείς επισκέπτες. Πρόκειται για γραφικές συγκεντρώσεις συγγενών και φίλων. Μία φορά το χρόνο καίνε ένα σταυρό –όπως έκαναν παλιότερα τα μέλη της ΚΚΚ–, διαβάζουν τη Βίβλο και υμνούν με κακόγουστα τραγούδια τη φυλετική τους ανωτερότητα.

Τα παιδιά-μέλη της οργάνωσης δεν πάνε σχολείο. Oι γονείς τους παίζουν το ρόλο του δασκάλου. Τα περισσότερα παιδιά μοιάζουν με μαριονέτες. Τα αγόρια έχουν στρατιωτικό κούρεμα και τα κορίτσια έχουν μάθει να κοιτούν στο πάτωμα. Και στις μεγάλες γιορτές τους, οι γονείς τους τα ντύνουν με στολές που θυμίζουν... ναζιστική Γερμανία.


«Oι ιδέες σας δεν διαφέρουν από αυτές του Χίτλερ», λέω στον Ρομπ. Περιμένω οργή, κάποια έκρηξη τέλος πάντων, αλλά ο ρήτορας αντιθέτως σκάει ένα χαμόγελο. «Βρίσκεσαι στην Αμερική και έχουμε 2009», μου λέει. «Δεν είμαστε στην Ευρώπη και δεν είναι 1940. Εγώ είμαι εδώ και δίνω τη δική μου μάχη τώρα».

Λέω στον Ρομπ ότι ο Χριστιανισμός, τον οποίο αποδέχεται ως θρησκεία μόνο των «λευκών», διδάσκει την αγάπη προς κάθε άνθρωπο ανεξαρτήτου φυλής, χρώματος ή φύλου. «Όχι», απαντάει κοφτά. «Δεν το λέει πουθενά αυτό στη Βίβλο. Κάνεις λάθος».

Σε κάθε του φράση ο Ρομπ προσπαθεί να μεταμφιεστεί από λύκος σε πρόβατο. Να πείσει ότι δεν είναι ο κυνηγός, αλλά ο κυνηγημένος. Ότι βρίσκεται στην άμυνα και όχι στην επίθεση. Το δηλητήριο όμως που βγαίνει από τα χείλη του δεν παύει να είναι δηλητήριο.

Και ο «Μέγας Μάγιστρος», ακόμα και χωρίς την κουκούλα του, παραμένει το ίδιο τρομακτικός. Oι ιδέες του είναι αυτές που σοκάρουν. «Όταν λέω ότι αγαπάω τη λευκή φυλή, δεν λέω ότι μισώ τους μαύρους», τονίζει και συνεχίζει τη ρητορική του. «Εσύ δεν αγαπάς την οικογένειά σου; Την αγαπάς. Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι μισείς την οικογένεια του γείτονα. Ξέρεις, παρά τα όσα λέει ο κόσμος, δεν είμαι και τόσο κακό άτομο».